odys bnrjwk Η ψυχή μου μου μίλησεΧαλίλ Γκιμπράν – Η ψυχή μου μου μίλησε

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου -δίδαξε -ν’ αγαπώ εκείνους πού οι άνθρωποι μισούν και να είμαι φίλος μ’ εκείνους πού οι άνθρωποι περιφρονούν.

Η ψυχή μου μου φανέρωσε ότι ή αγάπη εκδηλώνεται όχι μονάχα στο πρόσωπο πού αγαπά, άλλα και στο πρόσωπο πού αγαπιέται.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ή αγάπη ήταν στην καρδιά μου σα μια λεπτή κλωστή πιασμένη από δυο πασσάλους.

Άλλα τώρα ή αγάπη έγινε ένας φωτεινός κύκλος πού αρχή του είναι το τέλος του, και το τέλος του ή αρχή του. Περιβάλλει καθετί πού υπάρχει κι απλώνεται σιγά σιγά για ν’ αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν.

Η ψυχή μου με συμβούλεψε και μ’ έμαθε να διακρίνω την κρυμμένη ομορφιά του δέρματος, τού παραστήματος, και, του χρώματος. Με δίδαξε να στοχάζομαι εκείνο πού οι άνθρωποι ονομάζουν άσχημο μέχρι ν’ ανακαλύψω την αληθινή του γοητεία κι ομορφιά.

Πριν ή ψυχή μου με διδάξει, έβλεπα την ομορφιά σαν ένα τρεμάμενο πυρσό ανάμεσα σε στήλες καπνού. Τώρα πού ό καπνός έχει διαλυθεί, δε βλέπω τίποτε’ άλλο από τη φλόγα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ ακούω τις φωνές πού ή γλώσσα, ό λάρυγγας και τα χείλη δεν μπορούν να προφέρουν.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν άκουγα παρά θόρυβο και θρήνους. ’Αλλά τώρα πρόθυμα παραστέκομαι στη Σιωπή κι αφουγκράζομαι τις χορωδίες της πού τραγουδούν τους ύμνους των εποχών και τα τραγούδια του σύμπαντος που αναγγέλλουν τα μυστικά του ’Αόρατου.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να πίνω το κρασί που δεν μπορεί να βγει από το πατήρι και δεν μπορεί να χυθεί από κούπες πού τα χέρια μπορούν να σηκώσουν ή τα χείλη ν’ αγγίξουν.

Πριν η ψυχή μου μου μιλήσει, ή δίψα μου ήταν σα μια σβησμένη σπίθα κρυμμένη κάτω από τη στάχτη πού μπορεί να σβήσει με μια γουλιά νερό.

Αλλά τώρα η λαχτάρα μου έγινε ή κούπα μου, το αίσθημα της αγάπης το κρασί μου, κι η μοναξιά μου ή μέθη μου κι ωστόσο σ αυτή την άσβεστη δίψα υπάρχει αιώνια χαρά.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με δίδαξε ν’ αγγίζω εκείνο πού δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί’ ή ψυχή μου μου αποκάλυψε πώς ότι αγγίζουμε, είναι μέρος της επιθυμίας μας.

’Αλλά τώρα τα δάχτυλά μου απλώθηκαν μέσα στην καταχνιά πού διαπέρνα αυτό πού είναι ορατό μέσα στο σύμπαν κι ανακατεύεται με το ’Αόρατο.

Η ψυχή μου μ’ έμαθε να εισπνέω το άρωμα πού δε βγαίνει από τη μυρτιά ή το θυμίαμα. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, λαχταρούσα την ευωδιά τού αρώματος στους κήπους, στα δοχεία ή στα θυμιατήρια.

Τώρα όμως μπορώ να οσφρανθώ το θυμίαμα πού δε βγαίνει για προσφορά ή για Θυσία. Και γεμίζω την καρδιά μου με την ευωδιά εκείνη πού δεν πέτα με τα φτερά της παιχνιδιάρας αύρας μέσα στο διάστημα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να λέω, «είμαι έτοιμος» όταν με πλησιάζουν το ’Άγνωστο κι ό Κίνδυνος.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν απαντούσα σ’ άλλη φωνή έκτος από τη φωνή τη γνωστή πού με καλούσε, και δεν περπατούσα παρά το εύκολο και ίσιο ‘μονοπάτι.

Τώρα το ’Άγνωστο έγινε άλογο που μπορώ ν’ ανεβώ για να φτάσω στο ’Άγνωστο’ κι ό καμπίσιος δρόμος έγινε σκάλα πού την ανεβαίνω για να φτάσω στην κορυφή.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Μη μετράς το Χρόνο λέγοντας, Υπήρξε το χθες και θα υπάρξει το αύριο !»

Μα πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, φανταζόμουν το Παρελθόν σα μια εποχή πού ποτέ δεν ξαναγύριζε και το Μέλλον σα μια εποχή πού ποτέ δεν μπορούσα να τη φτάσω.

Τώρα καταλαβαίνω ότι ή τωρινή στιγμή περιέχει όλο το χρόνο, και μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανένας, να κάνει και ν’ αντιληφθεί.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με πρότρεψε να μην περιορίζω το διάστημα λέγοντας, «’Εδώ, εκεί και πέρα».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ένιωθα ότι όπου κι αν βρισκόμουν’ ήμουν μακριά από κάθε άλλο μέρος.

Τώρα καταλαβαίνω ότι όπου κι αν βρίσκομαι, το μέρος αυτό περιέχει όλα τα μέρη’ κι ή απόσταση πού περπατώ αγκαλιάζει όλες τις αποστάσεις.

Η ψυχή μου με δίδαξε και με συμβούλεψε να μένω ξύπνιος όταν οι άλλοι κοιμούνται. Και να παραδίνομαι στον ύπνο όταν οι άλλοι βρίσκονται σε δράση.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν έβλεπα τα όνειρα τους στον ύπνο μου, ούτε κείνοι παρατηρούσαν τ’ όραμα μου.

Τώρα ποτέ δεν ταξιδεύω μέσα στο καράβι των ονείρων μου έκτος αν με παρατηρούν, κι εκείνοι ποτέ δεν πετούν στον ουρανό του δράματός τους έκτος αν εγώ χαίρομαι την Ελευθερία τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Να μη χαίρεσαι. με τον έπαινο και να μη θλίβεσαι με την κατηγορία».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, αμφέβαλα για την αξία του έργου μου.

Τώρα καταλαβαίνω ότι τα δέντρα ανθίζουν την άνοιξη και καρπίζουν το καλοκαίρι χωρίς ν’ αναζητούν τον έπαινο’ και ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο και γυμνώνονται το χειμώνα χωρίς να φοβούνται την κατηγορία.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου έδειξε ότι δεν είμαι μεγαλύτερος από έναν πυγμαίο, ούτε μικρότερος από ένα γίγαντα.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, έβλεπα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες’ τον αδύνατο, πού τον λυπόμουν και τον δυνατό, πού τον ακολουθούσα ή πού του αντιστεκόμουνα παλικαρίσια.

’Αλλά τώρα έμαθα ότι είμαι όπως είναι κι οι δύο αυτοί, κι αποτελούμαι από τα ίδια στοιχεία. Ή προέλευσή μου είναι ή δική τους προέλευση, ή συνείδησή μου είναι ή δική τους συνείδηση, ή ευχαρίστησή μου είναι ή δική τους ευχαρίστηση, και το προσκύνημά μου, το δικό τους προσκύνημα.

“Αν αυτοί αμαρτάνουν, είμαι κι εγώ αμαρτωλός. “Αν πράττουν καλά, καμαρώνω για την καλή τους πράξη. “Αν ανυψώνονται, ανυψώνομαι κι εγώ μαζί, αν μένουν αδρανείς, συμμετέχω κι εγώ στην αδράνεια τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Το φανάρι πού κουβαλάς δεν είναι δικό σου, και το τραγούδι πού τραγουδάς δε γεννήθηκε μέσα στην καρδιά σου, γιατί κι αν κουβαλάς το φως, δεν είσαι εσύ το φως, κι αν είσαι το λαγούτο με τις τεντωμένες χορδές, δεν είσαι εσύ ό παίχτης του οργάνου.

Η ψυχή μου μου μίλησε, σαν αδερφός μου, και μου Έμαθε πολλά. Κι ή ψυχή σου μίλησε σε σένα και σ’ έμαθε το ίδιο πολλά. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ένα, και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα μας, εκτός ότι. εγώ βιάζομαι να φανερώσω αυτά που είναι μέσα στον εσωτερικό μου κόσμο, ενώ εσύ φυλάς σα μυστικό αυτό που βρίσκεται εντός σου. ’Αλλά στη μυστικότητά σου αυτή υπάρχει αρετή.

Από το βιβλίο Χαλίλ Γκιμπράν – Σκέψεις και διαλογισμοί

πηγή

Βιογραφικό

O Kahlil ή Khalil Gibran (1883-1931), ποιητής, στοχαστής και ζωγράφος, που έγινε ευρύτερα γνωστός με το βιβλίο του «Ο προφήτης», γεννήθηκε στο Bsharri του Λιβάνου από φτωχή οικογένεια μαρωνιτών χριστιανών.

 Το 1895 η οικογένειά του αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τη φυλάκιση του πατέρα του και τη δήμευση της περιουσίας του από τις οθωμανικές αρχές, και εγκαταστάθηκε στη Βοστώνη, περιοχή όπου υπήρχε μεγάλη κοινότητα λιβανέζων. Επειδή δεν είχει πάει καθόλου σχολείο, λόγω των οικονομικών δυσκολιών των παιδικών του χρόνων (είχε διδαχθεί τα αραβικά στο σπίτι), γράφτηκε στο αγγλόφωνο σχολείο-γυμνάσιο της περιοχής.

Το 1898 επέστρεψε στη Βηρυτό, όπου γράφτηκε στο κολέγιο και παρέμεινε για τέσσερα χρόνια για να επανασυνδεθεί με τις πολιτισμικές του ρίζες. Εν τω μεταξύ, η ικανότητά του στη ζωγραφική είχε ήδη συγκεντρώσει το ενδιαφέρον του αβάν-γκαρντ φωτογράφου, καλλιτέχνη και εκδότη της Βοστώνης Fred Holland Day, που τον ενθαρρύνει στις προσπάθειές του.

Το 1904 οργανώνει την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής στη Βοστώνη, κατά τη διάρκεια της οποίας γνωρίζεται με την οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του Mary Elizabeth Haskell, με την οποία θα συνδεθεί με φιλία για όλη του τη ζωή.

Το 1908 πηγαίνει στο Παρίσι για να μαθητεύσει για δύο χρόνια κοντά στον Αύγουστο Ροντέν, όπου γνωρίζεται με τον, επίσης πιστό φίλο του, γλύπτη Youssef Howayek. Ενώ τα πρώτα έργα του Γκιμπράν είναι γραμμένα στα αραβικά, τα περισσότερα έργα του μετά το 1918 είναι γραμμένα απευθείας στα αγγλικά. Σαν συγγραφέας, θα επιχειρήσει με την πένα του να γεφυρώσει τον πολιτισμό της Ανατολής με αυτόν της Δύσης.

Ζώντας στην Αμερική, θα προσπαθήσει, δίκην προφήτη, να διασώσει την ελληνοχριστιανική πολιτισμική παράδοση του ανθρωπισμού, της οποίας η εγκατάλειψη είναι περισσότερο από αισθητή, και, ταυτόχρονα, να επανασυνδέσει τον δυτικό άνθρωπο με τη σοφία που είναι κρυμένη μέσα του.

Ο Γκιμπράν έλαβε μέρος, επίσης, στην κίνηση των «μεταναστών ποιητών» -Al-Mahjar- της Νέας Υόρκης, μαζί με σημαντικούς αμερικανολιβανέζους συγγραφείς όπως οι Ameen Rihani (ο «πατέρας» της λιβανέζικης αμερικανικής λογοτεχνίας), Mikhail Naimy και Elia Abu Madi.

Ο Γκιμπράν ξανάγραψε πολλές φορές τον «Προφήτη» -μια σύνθεση 23 ποιητικών στοχασμών- μέχρι να εκδοθεί, τελικά, το 1923. Γραμμένο από τον ίδιο στην αγγλική γλώσσα, είναι το βιβλίο που τον έκανε περισσότερο γνωστό και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις.

Πέθανε τον Απρίλιο του 1931 στη Ν. Υόρκη από φυματίωση και κίρρωση του ήπατος και θάφτηκε στην πατρίδα του, τον επόμενο χρόνο, από τη Mary Elizabeth Haskell, σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία.

Τα γνωστότερα βιβλία του είναι: «Arais al-Muruj» («Νύμφες της κοιλάδας» ή «Νύμφες του πνεύματος», 1906), «al-Arwah al-Mutamarrida» («Επαναστατημένα πνεύματα» ή «Ανυπόταχτες ψυχές», 1908), «al-Ajniha al-Mutakassira» («Σπασμένα φτερά», 1912), «Dama wa Ibtisama» («Το δάκρυ και το χαμόγελο», 1914), «The Madman» («Ο τρελός», 1918), «al-Mawakib» («Η λιτανεία», 1919), «al-Awasif» («Η θύελλα», 1920), «The Forerunner» («Ο πρόδρομος», 1920), «al-Badai waal-Taraif» («The New and the Marvellous»,1923), «The Prophet» («Ο προφήτης», 1923), «Sand and Foam» («Άμμος και αφρός», 1926), «The Son of Man» («Ο γιός του ανθρώπου», 1928), «The Earth Gods» («Οι θεοί της γης», 1929), «The Wanderer» («Ο περιπλανώμενος», 1932), «The Garden of the Prophet» («Ο κήπος του προφήτη», 1933), κ.ά.

πηγή