sphinx stev we0xjl Να δημιουργείς, είναι να σκοτώνεις το θάνατο.Ο κεραυνός πέφτει όπου θέλει κι όταν θέλει. Υπάρχουν όμως κορφές που τον τραβάνε. Κάποιοι τόποι -κάποιες ψυχές- είναι εστίες καταιγίδων: τις δημιουργούν ή τις τραβάνε απ’ όλα τα σημεία του ορίζονταˑ και το ίδιο κάποιοι μήνες του έτους, κάποιες ηλικίες της ζωής, είναι τόσο κορεσμένοι από ηλεκτρισμό, που οι κεραυνοί ξεσπάνε πάνω τους, αν όχι θεληματικά, τουλάχιστον στην ώρα που τους περιμένεις.

Ολάκερο το είναι τεντώνεται. Συχνά, μέρες και νύχτες, η καταιγίδα ετοιμάζεται. Ένα καυτερό, λευκό νεφέλωμα σκεπάζει τον ουρανό. Ούτε πνοή. Ο ακίνητος αέρας κοχλάζει, φαίνεται να βράζει. Η γη σωπαίνει, τσακισμένη από νάρκη. Το μυαλό βουίζει από πυρετό: ολάκερη η φύση περιμένει την έκρηξη της δύναμης που μαζεύεται, το χτύπημα του σφυριού που σηκώνεται βαριά για να ξαναπέσει μεμιάς στο αμόνι των σύγνεφων. Μεγάλες, σκοτεινές και θερμές σκιές περνούνˑ ένας πύρινος άνεμος υψώνεται! τα νεύρα ανατριχιάζουν σ’ όλο το κορμί, σαν φύλα… Ύστερα η σιωπή απλώνεται πάλι. Ο ουρανός εξακολουθεί να κλωσάει τον κεραυνό.

Υπάρχει σ’ αυτή την αναμονή μια ηδονική αγωνία. Μ’ όλη τη στεναχώρια που σας πιέζει, νιώθετε να περνάει στις φλέβες σας η φωτιά που καίει το σύμπαν. Η ψυχή μεθυσμένη βράζει μες στο καμίνι, σαν το σταφύλι στο πατητήρι. Χιλιάδες σπόροι ζωής και θανάτου τη βασανίζουν. Τι θα ‘βγει απ’ αυτό; Ούτε το ξέρει. Σαν την γκαστρωμένη γυναίκα, σωπαίνει, με το βλέμμα χαμένο μέσα της, αφουγκράζεται όλο ανησυχία, το σκίρτημα των σπλάχνων της και σκέφτεται: «Τι θα γεννηθεί από μένα;»…

Κάποτε, η αναμονή είναι μάταιη. Η καταιγίδα διαλύεται χωρίς να ξεσπάσει, και ξυπνάς με το κεφάλι βαρύ, απογοητευμένος, νευριασμένος, αηδιασμένος. Δεν είναι παρά μια αναβολή: πάντα θα ξεσπάσειˑ αν δεν είναι σήμερα, θα ‘ναι αύριο όσο πιο πολύ θα ‘χει αργήσει, τόσο θα ‘ναι πιο ορμητική.

Νάτη!… Τα σύννεφα ξεπετάχτηκαν απ’ όλα τα καταφύγια τού είναι, μάζες πυκνές, μαυρογάλαζες, που τις ξεσκίζουν οι φρενιτικοί σπασμοί των αστραπώνˑ προχωρούν με ιλιγγιώδες και βαρύ πέταγμα, κυκλώνοντας τον ορίζοντα της ψυχής, κλείνοντας ξαφνικά τα δυο τους φτερά πάνω στον πνιγμένο ουρανό και σβήνοντας το φως. Ώρα τρέλας!…

Τα στοιχεία αγριεμένα, ξαπολυμένα απ’ το κλουβί όπου τα κρατούν κλεισμένα οι Νόμοι που ασφαλίζουν την ισορροπία του πνεύματος και την ύπαρξη των πραγμάτων, βασιλεύουν άμορφα και κολοσσιαία, μέσα στη νύχτα της συνείδησης.

Νιώθεις την αγωνία. Δεν ποθείς πια να ζήσεις. Δεν ποθείς παρά το τέλος, τον θάνατο που λυτρώνει…

Και ξαφνικά, να η λάμψη!

Ο Κριστόφ ούρλιαζε από χαρά.

ΧΑΡΑ, φρένιασμα χαράς, ήλιος που φωτίζει κάθε τι που είναι και θα είναι, θεία χαρά να δημιουργείς! Δεν υπάρχει άλλη χαρά παρά στη δημιουργία. Δεν υπάρχει ύπαρξη παρά για κείνους που δημιουργούν. Όλοι οι άλλοι είναι σκιές που κυματίζουν πάνω στη γη, ξένοι στη ζωή. Όλες οι χαρές στη ζωή είναι χαρές δημιουργίας: έρωτας, μεγαλοφυΐα, δράση – αναλαμπές δύναμης που βγαίνουν απ’ το ίδιο μοναδικό καμίνι. Ακόμα κι εκείνοι που δεν μπορούνε να βρούνε θέση γύρω από τη μεγάλη εστία – οι φιλόδοξοι, οι εγωιστές και οι στείροι ακόλαστοι, πασκίζουν να ζεσταθούν στις ξεθωριασμένες αντιφεγγιές της.

Να δημιουργείς στο πεδίο της σάρκας ή στο πεδίο του πνεύματος, είναι να βγαίνεις απ’ τη φυλακή του κορμιού, είναι να ορμάς μέσα στη θύελλα της ζωής, είναι να ΄σαι Εκείνος που Είναι. Να δημιουργείς, είναι να σκοτώνεις το θάνατο.

Αλίμονο στο άγονο πλάσμα που μένει μονάχο και χαμένο στη γη, ατενίζοντας το ξεραμένο του κορμί και τη νύχτα που είναι μέσα του, απ’ όπου καμιά φλόγα ζωής δεν θα ξεπεταχτεί ποτέ! Αλίμονο στην ψυχή που δε νοιώθει τον εαυτό της γόνιμο, βαρύ από ζωή κι αγάπη, σα λουλουδιασμένο δέντρο την άνοιξη! Ο κόσμος μπορεί να τη γεμίσει με τιμές κι ευτυχίες: στεφανώνει ένα πτώμα.

 Απόσμασμα από τον «Ζαν Κριστόφ»  του Ρομαίν Ρολάν (μυθιστορηματική αφήγηση της ζωής του Μπετόβεν, όπως την περιγράφει ο Ρομαίν Ρολάν στο δεκάτομο έργο του «Ζαν Κριστόφ»,
έργο για το οποίο του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1917).