lonely aged woman bwri69 Άφραγκη και ράκος        Άφραγκη και ράκος

 …Ανοίγει το πορτοφόλι ,μετράει.

Και μετράει και μετράει και μετράει,

ξανά και ξανά τα ίδια λεφτά,

που ούτως ή άλλως,

ήξερε από πριν πόσα ήταν….

 

  Άνοιξε το πορτοφόλι της και μέτρησε τα ψιλά.

Ύστερα το ξανάκλεισε.

Εδώ και καιρό το κάνει συνέχεια. Ανοίγει το πορτοφόλι της ,μετράει τα ψιλά και το ξανακλείνει. Θέλει κάτι να πάρει. Όταν δεν φτάνουν τα ψιλά στενοχωριέται, αλλά και όταν φτάνουν σφίγγει τα δόντια και σκέφτεται ότι δεν πρέπει να ξοδέψει ούτε ένα λεπτό.

Κάθε Τρίτη πάει στη λαϊκή. Οι αγορές είναι προμελετημένες και σφικτές. Έρευνα τιμών, κομπιουτεράκι στο μυαλό. Την τσαντίζουν οι μανάβηδες, που όταν τους λες μισό κιλό θέλουν να στο κάνουν ένα. Την τσαντίζουν και αυτοί που σε κοιτάζουνε περίεργα αν πάρεις μόνο δυο πιπεριές, αν και τώρα με την κρίση, ο κόσμος έχει αρχίσει να δείχνει κατανόηση.

Κάθε τόσο ανοίγει το πορτοφόλι της και μετράει τα ψιλά, δεν πρέπει να ξεφύγει καθόλου. Έχει και το νου της μήπως της αρπάξουν το πορτοφόλι.

 Το βράδυ δεν έχει φαγητό. Ρόφημα. Τσάι, χαμομήλι, φασκόμηλο. Όχι ότι δεν πεινάει, ούτε ότι κάνει δίαιτα. Τώρα πια αποκαλούμε δίαιτα την επιβεβλημένη πείνα. Απλά δεν φτάνουν τα λεφτά, ούτε για λίγο παραπάνω φαγητό, γιατί πρέπει να αγοράζει και τα φάρμακά της. Παλιότερα έτρωγε γιαούρτι και φρούτα. Τώρα κόπηκαν και αυτά.

 Κάποτε σκεφτόταν ότι θα βγει στη σύνταξη και θα ξεκουραστεί. Τώρα όμως νιώθει περισσότερο κουρασμένη, νιώθει ράκος, καθώς ζει με την αγωνία των πληρωμών. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο για να κόψει. Δεν τρώει καλά, δεν πάει πουθενά, δεν ξοδεύει. Η σύνταξη δεν φτάνει. Λένε ότι θα την κόψουν πάλι. Θεέ μου ,σκέφτεται. Τι θα κάνω;

Είναι αυτή η αγωνία που την κατατρώει. Μπροστά στον φόβο για το αύριο, δεν την νοιάζουν ούτε οι πόνοι στα πόδια της, ούτε οι αρρυθμίες της. Φόβος και αγωνία, στερήσεις και υπομονή.

Δεν θέλει να βλέπει ειδήσεις, αλλά και τι να κάνει. Πρέπει να ξέρει τι γίνεται.

 Σήμερα ήρθε μια αναπάντεχη πρόσκληση. Η ξαδέλφη της έχει την γιορτή της και την καλεί. Θέλει να πάει, να βγει λίγο από το σπίτι της, να μιλήσει με δυο ανθρώπους, ίσως…και να φάει κάτι παραπάνω…Αλλά, το δώρο; Πρέπει να αγοράσει δώρο. Παλιά ήταν πάντα συνεπής στις κοινωνικές της υποχρεώσεις. Τώρα όμως δεν μπορεί.

Ανοίγει το πορτοφόλι ,μετράει. Και μετράει και μετράει και μετράει, ξανά και ξανά τα ίδια λεφτά, που ούτως ή άλλως, ήξερε από πριν πόσα ήταν. Δεν της βγαίνουν οι υπολογισμοί. Δεν περισσεύει τίποτα. Όμως θα πάει. Θα πάρει ένα δωράκι και θα πάει. Έτσι, για να ξορκίσει τη μιζέρια της. Γιατί η ψυχή της θέλει να πάει στην ξαδέρφη της, θέλει να πάει στη γιορτή. Δεν έχει χαρές, ούτε εξόδους. Θα πάει στην ξαδέρφη της να ξεσκάσει. Θα πάει ρε γαμώ το!