apocalypse2 un1jfo Πίστωση επί θανάτουΗ πίστωση δεν είναι τίποτα άλλο από μια προεξόφληση προσδοκώμενων μελλοντικών κερδών. Όμως, όταν η παραγωγή της αξίας, και άρα της υπεραξίας, στην πραγματική οικονομία λιμνάζει …, δεν απομένουν παρά τα δημόσια οικονομικά που επιτρέπουν στους ιδιοκτήτες κεφαλαίου να αποκομίζουν κέρδη τα οποία πλέον είναι αδύνατο να αποκτήσουν μέσα από την πραγματική οικονομία….

Ένας μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων και ατόμων κατάφεραν να διατηρήσουν για μεγάλο διάστημα μια ψευδαίσθηση ευημερίας χάρη στην πίστωση. Σήμερα, αυτό το δεκανίκι έχει επίσης σπάσει. Όμως, η επιστροφή στον κεϋνσιανισμό, η οποία ακούγεται σχεδόν παντού,είναι εντελώς ανέφικτη: δεν υπάρχει πια αρκετό «πραγματικό» χρήμα στη διάθεση των κρατών. Για την ώρα,οι «λαμβάνοντες τις αποφάσεις» έχουν μεταθέσει ακόμη λίγο την «προφητεία για την κατάλυση της βασιλείας», προσθέτοντας άλλο ένα μηδενικό μετά τους αστρονομικούς αριθμούς που αναγράφονται στις οθόνες και στους οποίους δεν αντιστοιχεί πια τίποτα. Τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί για να σωθούν οι τράπεζες είναι δεκαπλάσια από τις τρύπες που έκαναν τις αγορές να τρέμουν πριν από είκοσι χρόνια – όμως η πραγματική παραγωγή (δηλαδή, πιο απλά, το ΑΕΠ) έχει αυξηθεί κατά περίπου 20-30%! Η «οικονομική ανάπτυξη» της δεκαετίας του ’80 και του ’90 δεν είχε πλέον μια αυτόνομη βάση, αλλά οφειλόταν στις κερδοσκοπικές φούσκες. Και όταν αυτές οι φούσκες έσκασαν, δεν υπήρχε «εξυγίανση» μετά την οποία τα πάντα θα μπορούσαν να ανακάμψουν.

Γιατί άραγε αυτό το σύστημα δεν έχει ακόμη καταρρεύσει πλήρως; Σε τι οφείλει την προσωρινή επιβίωσή του; Ουσιαστικά, στην πίστωση.

Η πίστωση δεν παρατείνει μόνο τη ζωή του συστήματος ως τέτοιο, αλλά και τη ζωή των καταναλωτών. Γνωρίζουμε ότι η ιδιωτική σύναψη χρεών έχει φτάσει σε τεράστια ύψη, για παράδειγμα, 15.000 ευρώ για κάθε ιταλική οικογένεια, και πολύ περισσότερο για κάθε αμερικανική. Και, το σημαντικότερο, αυξάνεται ραγδαία. Μπορούμε να αντιληφθούμε το μέλλον αυτού του είδους ζωής με το παράδειγμα μιας χώρας όπως η Βραζιλία, όπου μπορεί κανείς να αγοράσει ένα κινητό τηλέφωνο και να το πληρώσει σε δέκα δόσεις, όπου η ρύθμιση για τη μη κατάσχεση του αυτοκινήτου μπορεί να επαναληφθεί μέχρι και τρεις φορές και όπου τα πρατήρια βενζίνης δεν ανταγωνίζονται με βάση τις τιμές των καυσίμων, αλλά την είσπραξη των επιταγών – σε 90, 180 μέρες…

Σήμερα, εξακολουθούν να υπάρχουν πάρα πολλές τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις που κρύβουν την καταστροφική κατάστασή τους παραποιώντας τους ισολογισμούς τους ενώ, μεταξύ άλλων μελλοντικών πτωχεύσεων, γίνεται λόγος για την προσεχή κατάρρευση του συστήματος πιστωτικών καρτών στις ΗΠΑ. Τα αστρονομικά ποσά που διοχετεύονται από τα κράτη στην οικονομία, εγκαταλείποντας από τη μία μέρα στην άλλη τον μονεταριστικό δογματισμό στο όνομα του οποίου είχαν σπρώξει εκατομμύρια άτομα στην εξαθλίωση, και οι εξαγγελίες για μια μεγαλύτερη ρύθμιση, δεν έχουν καμία σχέση με την επιστροφή στον κεϋνσιανισμό και το κοινωνικό κράτος του παρελθόντος. Δεν πρόκειται για επενδύσεις στις υποδομές, τύπου “New Deal”, ούτε για τη δημιουργία μιας λαϊκής αγοραστικής δύναμης. Αυτά τα ποσά οδήγησαν στην απότομη αύξηση κατά 20% του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ, αλλά δεν ήταν επαρκή παρά μόνο για να αποτρέψουν την άμεση κατάρρευση του πιστωτικού συστήματος. Για μια πραγματική «ανάκαμψη της οικονομίας» θα απαιτούνταν ακόμη πιο γιγαντιαία ποσά τα οποία, με βάση τη σημερινή κατάσταση, μπορούν να εξασφαλιστούν μόνο με τη δημιουργία χρήματος μέσω διαταγμάτων, πράγμα που θα οδηγούσε όμως σ’ έναν παγκόσμιο υπερπληθωρισμό. Μια σύντομη ανάπτυξη που θα τροφοδοτούνταν από τον πληθωρισμό θα κατέληγε σε μια ακόμη μεγαλύτερη κρίση, καθώς δεν φαίνονται πουθενά νέες πιθανές μορφές συσσώρευσης οι οποίες, έπειτα από μια αρχική «τόνωση» που θα προερχόταν από το κράτος, θα μπορούσαν να παράγουν μια ανάπτυξη που θα στηριζόταν στη συνέχεια στις δικές της βάσεις.

Όμως, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Όταν δεν υπάρχουν πια χρήματα, τίποτα δεν λειτουργεί. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, ο καπιταλισμός περιλάμβανε, προκειμένου να διευρύνει τη σφαίρα της αξιοποίησης της αξίας, ολοένα και ευρύτερους τομείς της ζωής: από την εκπαίδευση των παιδιών μέχρι τη φροντίδα των ηλικιωμένων, από την κουζίνα μέχρι την κουλτούρα, από τη θέρμανση μέχρι τις μεταφορές. Έτσι, υπήρχε μια πρόοδος στο όνομα της «αποτελεσματικότητας» ή της «ελευθερίας των ατόμων» που απαλλάχθηκαν από οικογενειακούς και κοινοτικούς δεσμούς. Σήμερα, βλέπουμε τις συνέπειες: τα πάντα καταρρέουν όταν δεν μπορούν να μετατραπούν σε χρηματική αξία. Και δεν εξαρτώνται μόνο από το χρήμα, αλλά, ακόμη χειρότερα, από την πίστωση. Όταν η πραγματική αναπαραγωγή σύρεται πίσω από το «πλασματικό κεφάλαιο», όταν οι επιχειρήσεις, οι οργανισμοί και ολόκληρα κράτη δεν επιβιώνουν παρά χάρη στις τιμές τους στο χρηματιστήριο, κάθε χρηματοπιστωτική κρίση, αντί να αφορά μόνο αυτούς που παίζουν στο χρηματιστήριο, επηρεάζει τελικά αμέτρητους ανθρώπους στην καθημερινή και προσωπική ζωή τους.

Οι διάφορες κρίσεις –οικονομική, οικολογική, ενεργειακή– δεν είναι απλά «σύγχρονες» ή «αλληλένδετες»: είναι η έκφραση μιας δομικής κρίσης, αυτής της μορφής- αξίας, της αφηρημένης, κενής μορφής που επιβάλλεται σε κάθε περιεχόμενο σε μια κοινωνία που βασίζεται στην άυλη εργασία και την αναπαράστασή της στην αξία ενός εμπορεύματος. Πρόκειται για έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, παραγωγής και σκέψης, που χρονολογείται τουλάχιστον διακόσια πενήντα χρόνια, ο οποίος δεν μοιάζει πλέον ικανός να εξασφαλίσει την επιβίωση της ανθρωπότητας. 

 Δυστυχώς, η «κρίση» δεν έχει ως επακόλουθο μια εγγυημένη «χειραφέτηση». Υπάρχουν πολλοί οργισμένοι άνθρωποι που έχουν χάσει τα χρήματα, το σπίτι ή τη δουλειά τους. Όμως, αυτή η οργή, σε αντίθεση με ό,τι πίστευε πάντοτε η ριζοσπαστική αριστερά, δεν έχει τίποτα εξ ορισμού απελευθερωτικό. Η σημερινή κρίση δεν μοιάζει να ευνοεί την ανάδυση απελευθερωτικών προσπαθειών (τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση), αλλά μια κατάσταση του τύπου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Εξάλλου, δεν μοιάζει να ευνοεί ούτε τους μεγάλους ελιγμούς για την αποκατάσταση της καπιταλιστικής τάξης, τους ολοκληρωτισμούς, τα νέα καθεστώτα καταναγκαστικής συσσώρευσης. Αυτό που προαναγγέλλεται μοιάζει περισσότερο με βραδυφλεγή και όχι πάντοτε εμφανή βαρβαρότητα. Αντί για τη μεγάλη σύγκρουση, μπορούμε να περιμένουμε μια αέναη σπειροειδή κίνηση, μια διαρκή κατήφεια που με το χρόνο γίνεται συνήθεια. Είναι πιο πιθανό να παρακολουθήσουμε μια θεαματική διάχυση της τέχνης της επιβίωσης με χίλιους τρόπους και της προσαρμογής σε όλα, παρά ένα μεγάλο κίνημα σκέψης και αλληλεγγύης, όπου όλοι θα παραμερίσουν τα προσωπικά συμφέροντά τους, θα ξεχάσουν τις αρνητικές πλευρές της κοινωνικοποίησής τους και θα οικοδομήσουν από κοινού μια πιο ανθρώπινη κοινωνία. Προκειμένου να συμβεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε καταρχάς να μεσολαβήσει μια ανθρωπολογική επανάσταση. Δύσκολα μπορεί να διαβεβαιώσει κανείς ότι οι κρίσεις και οι τρέχουσες καταρρεύσεις θα διευκολύνουν μια τέτοια επανάσταση. Και, ακόμη κι αν η κρίση περιλαμβάνει μια αναγκαστική «αποανάπτυξη», αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη προς τη σωστή κατεύθυνση. Η κρίση δεν πλήττει κατά πρώτο λόγο τους τομείς που είναι «άχρηστοι» από την άποψη της ανθρώπινης ζωής, αλλά εκείνους που είναι «άχρηστοι» από την άποψη της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Δεν πρόκειται να μειωθούν οι εξοπλισμοί, αλλά οι δαπάνες για την υγεία – και, από τη στιγμή που έχουμε αποδεχθεί τη λογική της αξίας, είναι αρκετά παράλογο να διαμαρτυρόμαστε εναντίον της.

Ας αρχίσουμε λοιπόν με τα μικρά πράγματα, τη βοήθεια μεταξύ γειτόνων, τα τοπικά συστήματα ανταλλαγών, τα κηπευτικά στον κήπο, τον εθελοντισμό στις οργανώσεις, τους οργανισμούς για τη διατήρηση της αγροτικής καλλιέργειας. Συχνά, αυτό είναι συμπαθητικό. Όμως, το να θέλει κανείς να αντιταχθεί στην κατάρρευση του παγκόσμιου συστήματος με αυτά τα μέσα ισοδυναμεί με το να προσπαθεί να αδειάσει τη θάλασσα μ’ ένα κουτάλι. Σε τι καταλήγουν αυτές οι απαισιόδοξες απόψεις; Τουλάχιστον σε λίγη διαύγεια. Μπορούμε έτσι να αποφύγουμε να ενταχθούμε στους λαϊκιστές κάθε απόχρωσης που περιορίζονται να αναθεματίζουν τις τράπεζες, την οικονομία και τα χρηματιστήρια, καθώς και αυτούς που υποτίθεται πως τα ελέγχουν. Αυτός ο λαϊκισμός θα οδηγήσει με ευκολία στην καταδίωξη των «εχθρών του λαού», προς τα κάτω (μετανάστες) και προς τα πάνω (κερδοσκόπους),[6] αποφεύγοντας κάθε κριτική στις πραγματικές βάσεις του καπιταλισμού, οι οποίες εμφανίζονται, αντίθετα, ως ο πολιτισμός που πρέπει να διασωθεί: η εργασία, το χρήμα, το εμπόρευμα, το κεφάλαιο, το κράτος. Προκαλεί πράγματι ίλιγγο η σκέψη του τέλους ενός τρόπου ζωής στον οποίο είμαστε όλοι χωμένοι μέχρι το λαιμό και ο οποίος, σήμερα, αρχίζει να βουλιάζει χωρίς να το έχει αποφασίσει κανείς, αφήνοντάς μας σ’ ένα τοπίο κατεστραμμένο. Όλοι οι υποτιθέμενοι ανταγωνισμοί του παρελθόντος, το προλεταριάτο και το κεφάλαιο, η εργασία και το συσσωρευμένο χρήμα κινδυνεύουν να εξαφανιστούν μαζί, ψυχορραγώντας σφιχταγκαλιασμένοι: αυτό που αρχίζει να εξαφανίζεται είναι η κοινή βάση των συγκρούσεών τους.

Για να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, χρειάζεται ένα τόσο μεγάλο άλμα στο άγνωστο που όλος ο κόσμος –και αυτό είναι κατανοητό– καταρχάς αρνείται να το κάνει. Όμως, το γεγονός ότι ζούμε σε μια τέτοια ακραία εποχή είναι επίσης μια πρωτόγνωρη τύχη, παρ’ όλα αυτά. Κατά συνέπεια: ας επιδεινωθεί η κρίση![ Δεν πρέπει να «σώσουμε» την οικονομία «μας» και τον τρόπο ζωής «μας», αλλά να βοηθήσουμε να εξαφανιστούν το γρηγορότερο, δίνοντας ταυτόχρονα χώρο σε κάτι καλύτερο. Ας πάρουμε το παράδειγμα των πρόσφατων μακρών συγκρούσεων στην εκπαίδευση και το πανεπιστήμιο: αντί να διαμαρτυρόμαστε για τη μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση και την έρευνα, δεν θα ήταν καλύτερο να αμφισβητήσουμε το ίδιο το γεγονός ότι δεν υπάρχει εκπαίδευση και έρευνα παρά μόνο αν είναι «ανταποδοτικές»; Πρέπει άραγε να παραιτηθούμε από τη ζωή, επειδή η συσσώρευση του κεφαλαίου δεν λειτουργεί πια;

Επιτέλους, έξοδος! είναι ο τίτλος ενός πίνακα του Πάουλ Κλέε. Ήδη, στη διάρκεια της σύντομης κρίσης του Οκτωβρίου 2008, είχαμε λίγο την εντύπωση ότι το καπάκι ήταν έτοιμο να ανοίξει: αρχίζαμε να συζητάμε ανοιχτά για τα δεινά και τα όρια του καπιταλισμού. Μπορούμε λοιπόν, παρ’ όλα αυτά, να έχουμε την πεποίθηση ότι στη διάρκεια μιας σοβαρής παρατεταμένης κρίσης οι γλώσσες θα λυθούν, τα στερεότυπα και τα απαγορευμένα θα καταρρεύσουν, πολύς κόσμος θα αμφισβητήσει αυθόρμητα αυτό που μέχρι την προηγούμενη μέρα θεωρούσε «φυσικό» ή «αναπόφευκτο» και θα αρχίσει να θέτει τα πιο απλά και συχνά λιγότερο προβεβλημένα ερωτήματα: γιατί υπάρχει κρίση, αφού υπάρχουν τόσο πολλά μέσα παραγωγής; Γιατί να πεθάνουμε από απόγνωση, αφού όλα τα απαραίτητα (και ακόμη περισσότερα) υπάρχουν; Γιατί να δεχθούμε να σταματήσουν όλα όσα δεν χρησιμεύουν στη συσσώρευση; Πρέπει να αρνηθούμε όλα όσα δεν είναι πληρωτέα; Ίσως, παρ’ όλα αυτά, η λέξη που θα λεχθεί να λύσει τα μάγια, όπως στα παραμύθια.

επιλεγμένα αποσπάσματα από τα σχετικά κείμενα του του Anselm Jappe που ανιχνεύθηκαν εδώ: http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2014/11/blog-post.html#more