stairway emzanw Ο ρατσισμός του μετανάστη

Ο ρατσισμός του μετανάστη

 

«Είδα μια εκδικητικότητα φυλετική, ταξική,

κοινωνική, εθνική, όπως θες πες το»….

 

Ο ρατσισμός είναι μια λέξη που έχει γίνει καραμέλα στο στόμα πολιτικάντηδων, δημοσιογράφων , εκπροσώπων διαφόρων οργανώσεων κλπ.

Το νόημα της λέξης έχει ηθελημένα στρεβλωθεί, αφού κοντεύουν να την κάνουν ταυτόσημη του «μου αρέσει» – «δεν μου αρέσει».

Όλοι ξέρουμε ότι ο όρος ρατσισμός αναφέρεται στις φυλετικές διακρίσεις. Συνεπώς είναι τελείως διαφορετικό το να μην αποδέχομαι κάποιον λόγω της καταγωγής του, από το να μην ανέχομαι κάποιον λόγω συμπεριφοράς, ήθους, εγκληματικότητας κλπ.

Το νόημα της λέξης όμως διαστρεβλώνεται ηθελημένα και καθόλου τυχαία, για να φιμώσει τις δίκαιες φωνές αγανάκτησης των πολιτών, που συχνά δεινοπαθούν από τις ορδές των μεταναστών. Άνθρωποι που δεν έχουν κανένα πρόβλημα με την φυλή, την καταγωγή, ή την θρησκεία του άλλου, αλλά που δεν μπορούν να συμβιώσουν με εγκληματίες. Άνθρωποι που αν τολμήσουν να αρθρώσουν λόγο, καταδεικνύονται άδικα και αναίτια ως ρατσιστές, φασίστες, κλπ. Φυσικά δεν είναι όλοι οι μετανάστες εγκληματίες, αυτό είναι αυτονόητο.

Κάποιοι όμως εξ αυτών είναι. Και τότε υπάρχει θέμα. Όχι ρατσιστικό θέμα. Θέμα ασφάλειας.

Τι γίνεται στην περίπτωση ,που ο ρατσισμός είναι αντίστροφος; Δηλαδή στην περίπτωση, που ο μετανάστης είναι ο ρατσιστής;

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου, που ένα χρόνο πριν δέχθηκε μια ιδιαίτερα βίαιη επίθεση από αλλοδαπούς, που όχι μόνο ήθελαν να τον ληστέψουν, αλλά και να τον σκοτώσουν.

Στη συνέντευξη ,που παραχώρησε τότε στην εφημερίδα «Το Βήμα» λέει ,μεταξύ άλλων και τα εξής:

 «– Πριν από μερικούς μήνες ζήσατε  ακόμη  μία τρομερή περιπέτεια  στην  ούτως ή άλλως περιπετειώδη ζωή σας. Κατ΄ αρχάς, πώς αισθάνεστε σήμερα;

«Βράχος. Το συμβάν βέβαια έχει ακόμη την “ουρά” του γιατί τα άτιμα τα πλευρά θέλουν μήνες να κολλήσουν. Επτά-οκτώ μήνες. Κατά βάθος όμως οφείλω να πω ότι χαίρομαι που το πέρασα».

– Για ποιον λόγο μπορεί κάποιος  να χαίρεται  που παραλίγο  να  πεθάνει;

«Το γεγονός με έκανε να δω την πραγματικότητα. Είχα μια ανόητη ευαισθησία και γενναιοδωρία με την είσοδο ή μάλλον την εισβολή των ξένων στην Ελλάδα. Έλεγα ότι της ίδιας γης παιδιά είμαστε, να μπει ο κόσμος στην Ελλάδα, να ευφρανθεί, να νιώσει ασφάλεια, να φάει, να πιει ελληνικό νερό. Ε, από την ώρα του περιστατικού τέρμα όλες αυτές οι εφηβικές μαλακίες. Τέσσερα κτήνη, τέσσερις βάρβαροι που ούρλιαζαν και βρωμούσαν και φορούσαν μάσκες με έκαναν να δω την πραγματικότητα».

– Από εκείνη τη βραδιά τι δεν θα ξεχάσετε  ποτέ;
«Εκείνο το “μην τον κρατάς, πνίξ΄ τον, τον πούστη! ” που φώναζε ο μόνος που άκουσα να μιλάει τσάτραπάτρα ελληνικά. Εγώ πούστης; Καλά το “πνίξ΄ τον”, το “πούστης” τι το θέλανε; Από εκεί κινήθηκε ένας μηχανισμός από σκέψεις μου που πέταξε έξω από την Ελλάδα όλους τους μετανάστες. Δεν είναι σωστό όμως και ως κοινωνική συμπεριφορά η Ελλάδα να ανοίγει τις πόρτες της σαν την πουτάνα που ανοίγει τα πόδια της: 1.400.000 ξένοι μέσα στη χώρα; Το 15% της χώρας μετανάστες; Πόσοι Ελληνες μπορούν να απορροφήσουν αυτό το νούμερο; Και όμως, έγινε. Αυτά είναι συνέπειες του κόμπλεξ κατωτερότητας που έχουν οι Ελληνες. Να ΄ναι καλά οι κυβερνήσεις. Οι Γερμανοί θα έπρεπε να έχουν το κόμπλεξ, όχι εμείς».

– Τι το ιδιαίτερο είχε το περιστατικό και σας κάνει να αισθάνεστε έτσι;
«Δεν ήθελαν μόνο να κλέψουν. Ηθελαν να σκοτώσουν. Εναν άλλον κύριο εδώ παρακάτω τον έπνιξαν με μαξιλάρι. Εγώ μόλις που γλίτωσα. Κρατούσαν το μαξιλάρι στο πρόσωπό μου και ίσα που ανέπνεα λίγο από το πλάι. Είδα μια εκδικητικότητα φυλετική, ταξική, κοινωνική, εθνική, όπως θες πες το. Ηταν μίσος. Γιατί αυτό που ήθελαν να πάρουν το είχαν πάρει. Τους το έδωσα. Πήγα στο χρηματοκιβώτιο και τους έδωσα ό,τι είχα. Μπήκαν σε ένα σπίτι που για εκείνους ήταν το Λούβρο και εγώ τους πήγα στο χρηματοκιβώτιό μου να τους δώσω ό,τι λεφτά είχα. Από την ταραχή μου δεν μπορούσα να θυμηθώ τον αριθμό του κωδικού και έκανα ένα λάθος. Μου κοπάνησαν το κεφάλι στο ατσάλι. Μια και δυο και τρεις φορές. Επί δεκαπέντε ημέρες το πρόσωπό μου ήταν μαύρο από το σκοτωμένο αίμα». 

 Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ:https://www.tovima.gr/culture/article/?aid=393433