marba alh3dh Σου γράφω γιατί σε ποθώΣου γράφω γιατί σε ποθώ, όπως και σου τηλεφωνούσα κάποτε από πόθο.

Όχι για να σου πω και να μου πεις το ένα και τ’ άλλο αλλά για να σ’ αγγίξω με τον ήχο μου και να μ’ αγγίξεις με τον δικό σου, για να κυλιστώ στην ανάσα σου, στο γέλιο σου, μέσα στις σιωπές σου.
Βαθιά στο λαβύρινθο του ακουστικού στο αυτί μου απλωνόταν ξέστρωτη η πιο ηδονική κλίνη. Γι’ αυτό κολλούσα στο τηλέφωνο, γι’ αυτό όλο έβρισκα προφάσεις να σου τηλεφωνώ.
Σε ήθελα τόσο που προσπάθησα να βρω κι άλλη. Για αντιπερισπασμό στην αβάσταχτη λαχτάρα μου για σένα, να τη μειώσω, να την ανακουφίσω.
Πιο πολύ για να περιορίσω τη φοβερή ανασφάλεια πως, ίσως μ’ αφήσεις και να μετριάσω τον όλεθρο του πιθανού χωρισμού μας με μια ρεζέρβα. Από ανασφάλεια. 
Ο καλύτερος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις τον τρόμο είναι ίσως ν’ αφεθείς στα νύχια του. Δεν ξέρω δηλαδή κι αν έχεις άλλη επιλογή ν’ ακολουθήσεις.
Περπατώ στην άμμο όπως εσύ περπατούσες πάνω μου. Αφήνω χνάρια πάνω στη σάρκα της και με καίνε τα χνάρια σου στη δικιά μου.
Κανένα κύμα ως τώρα δεν κατάφερε να σε φτάσει, κανένας άνεμος να σε σβήσει.
‘Ο, τι κι αν σου πω, δε θα μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι.
Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.
Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω…
Οι ήχοι του έρωτα είναι οι ψιθυρισμοί, όσο χαμηλότεροι τόσο πλησιέστεροι. Έτσι άραγε οδηγούμαστε και στη σιωπή, που λένε πως είναι ο οίκος του απόλυτου;
Τις νύχτες και τους ύπνους σου πίσω απ’ τα κλειστά σου βλέφαρα τους μίσησα.
Με σφαλιστά τα μάτια, προφυλαγμένη, μπορούσες να ξεγλιστράς εκεί που δεν μπορούσα να σε παρακολουθήσω και με πρόδιδες.
Κι έχει συννεφιά βαριά κι ετοιμάζεται πάλι να βρέξει.
Το σχήμα του βράχου είναι ακλόνητο. Λαχταρώ το ακλόνητο τώρα, όπως ο ναυαγός τη σανίδα στο αναστατωμένο πέλαγο που τον απειλεί. Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι, με τους δείχτες του ρολογιού μ’ έριχνε σε ασθματικά κυνηγητά. Οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε ανάποδη κυλιόμενη κορδέλα.
Να σε προλάβει, να σε συλλάβει, να σε κατακρατήσει και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό «τώρα» του έρωτα.
Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές. Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο.
Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών.
Δεν έχω πια άλλο σκοπό στη ζωή μου παρά να ξαναζήσω εκείνο το αόριστο κάτι το θελκτικό και παντοδύναμο που ζάλισε τη ζωή μου και δε μ’ αφήνει να συμβιβαστώ με τίποτα. Ο καιρός καλεί δεν καλείται.
Και μόνο το αληθινό δεν έχει καιρό κι είναι παντοτινό. Τώρα που το σώμα μου έμαθε το σώμα σου, του έγινε νόμος η επαφή μας. Στο χάδι σου το αίμα μου θυμήθηκε την αιτία και τον προορισμό του.
Νιώθω φορτωμένος, ξέχειλος από άχρηστες αποσκευές που μου είχαν καταπνίξει τον ωφέλιμο χώρο.
Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω «σ’ αγαπώ», γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες, τα διαβάσματα, τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;
Ο πιο μοναχικός δρόμος είναι αυτός που με παίρνει μακριά σου. Το πάθος που το σώμα σου και το σώμα μου ύφαναν σφιχτά έκανε καλά τη δουλειά του. Με ηδονή και οδύνη μ’ έκαψε, μ’ έλιωσε και μ’ έχυσε σε καλούπι νέο. Μετά από σένα έχω γίνει άλλος. Θέλω να κλάψω, θέλω να γυρίσω πίσω, θέλω να σε ξαναβρώ. Είμαι πιο αδύναμος απ’ αυτό το πούπουλο του κλέφτη, που πετάει στον άνεμο. 
 
Απoσπάσματα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη, Η Μοναξιά Είναι Από Χώμα, εκδ. Φιλιππότης.